διαφώτισις

διαφώτ-ισις, εως, ,
A clearing up, explanation, PGiss.67.14 (ii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφώτισιν — διαφώτισις clearing up fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ökonomīdis — Ökonomīdis, I. N., Professor an der Universität in Corfu, Alterthumsforscher; er schr.: Λοκρικῆς ἀνεκδότου ἐπιγραφῆς διαφώτισις, Corfu 1850; vgl. Rost, Alte Lokrische Inschrift von. Chaleion od. Öantheia, mit den Bemerkungen von Ö., Lpz. 1854 …   Pierer's Universal-Lexikon

  • διαφώτιση — η (AM διαφώτισις) διευκρίνηση, διασάφηση νεοελλ. διαφωτισμός μσν. φώτιση («ιδού με την διαφώτισιν τού νου να καταπιάνης να βρης πολλές τες μαστοριές», Μαρίνος Φαλιέρος) …   Dictionary of Greek

  • Οικονομίδης — Επώνυμο Κυπρίων λογίων. 1. Πέτρος (; – 1821). Πρόκριτος, δημογέροντας και φιλικός. Καταγόταν από τη Λευκωσία της Κύπρου. Οι Τούρκοι υποπτεύθηκαν τη συνεργασία του με τους αρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης και τον αποκεφάλισαν μαζί με άλλους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.